Η αρχιτεκτονική μελέτη ανέγερσης μονοκατοικίας στην Άνω Πόλη αξιοποίησε το νότιο προσανατολισµό του οικοπέδου, τοποθετώντας τις κύριες λειτουργίες στη νότια και ανατολική όψη του κτιρίου και τις δευτερεύουσες στη βορινή. Τα μεγάλα ανοίγματα της νότιας όψης εξασφαλίζουν φυσικό φωτισµό και ηλιασµό, όλες τις εποχές του χρόνου, και σε συνδυασµό µε τα µικρού µεγέθους ανοίγµατα της βόρειας όψης παρέχουν διαµπερή αερισµό προσφέροντας φυσικό δροσισµό κατά τους θερινούς µήνες.
Η κατοικία αναπτύσσεται σε τέσσερα επίπεδα, εκατέρωθεν ενός κεντρικού κάθετου άξονα, που περιλαμβάνει την κατακόρυφη κίνηση µε το κλιμακοστάσιο. Το κάθε επίπεδο διαχωρίζεται από το επόμενο με μια μικρή υψομετρική διαφορά της τάξεως του 1,50 μέτρου.
Η οργάνωση των χώρων δεξιά και αριστερά της κάθετης κίνησης πραγματοποιήθηκε µε βάση τις ανάγκες της τετραμελούς οικογένειας. Συγκεκριμένα, σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων αποτέλεσε η ανάγκη των χρηστών για αυτονομία, διαχωρισµό των χώρων διημέρευσης της πρώτης και δεύτερης στάθµης (χώροι υποδοχής, κουζίνα, καθιστικό, τραπεζαρία) από την ιδιωτική χρήση των κυρίως υπνοδωματίων, τα οποία αναπτύσσονται στο τρίτο και τέταρτο επίπεδο. Ο διαχωρισµός των υπνοδωματίων των γονέων από τα υπνοδωμάτια των παιδιών υπογραμμίζεται με την αλλαγή επιπέδου. Στο τελευταίο όροφο, εκτός του υπνοδωματίου των ιδιοκτητών, περιλαμβάνεται ένας κοινόχρηστος χώρος των µελών της οικογένειας (playroom), ο οποίος δυνητικά θα μπορούσε να απομονωθεί µε κινητά πανέλα.
Ο ξενώνας είναι τοποθετημένος στο ισόγειο χώρο της κατοικίας και διαθέτει αυτόνοµη είσοδο.




